Τρίτη

Ο Tοτός είχε λιγότερο θράσος…


December 11, 2016 του Διονύση Ελευθεράτου Η περιβόητη «παροχή», μεταξύ παλιών ανεκδότων και σημερινής τραγωδίας Ένα από τα ανέκδοτα της κατηγορίας «σοφτ σόκιν», στα οποία πρωταγω­νιστούσε ο Τοτός των μαθητικών- παιδικών μας χρόνων, διέθετε ως αρνητική συμπρωταγωνίστρια μια δασκάλα… Σε κάποιο διάλειμμα ο Τοτός την «ξε­μονάχιασε» και της ζήτησε να τον αφήσει να χαϊ­δέψει τα καλλίγραμμα πόδια της, με αντίτιμο με­ρικές εκατοντάδες δραχμές. Κρυφά, φυσικά, στις τουαλέτες. Εκείνη αρχικά απείλησε να χαστουκί­σει τον μαθητή της, αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα το …ξανασκέφτηκε και τελικά ενέδωσε. Ο Τοτός επα­νήλθε προσφέροντας μεγαλύτερο ποσό, για να θω­πεύσει και το στήθος της. Ο πονηρός πρόλαβε να εξαγοράσει δυο-τρεις ακόμη απολαύσεις, ανεβά­ζοντας αναλόγως την προσφορά, έως ότου ακού­στηκε το κουδούνι. Γεμάτη από ντροπή, αλλά και με γεμάτες τσέπες, η δασκάλα επέστρεφε στην τά­ξη, όταν άκουσε τη φωνή του διευθυντή: «Δεσποι­νίς, σας βρήκε ο Τοτός; Του έδωσα τον μισθό σας και του ανέθεσα να σας τον παραδώσει στο χέρι…». Με τέτοιες ελαφρότητες διασκεδάζαμε όταν ήμα­σταν παιδιά. Χρειάστηκε να μεγαλώσουμε και να βιώσουμε την εποχή των «σωτήριων» μνημονί­ων, για να αντιληφθούμε ότι μπροστά σε ορισμέ­νες ιλαροτραγωδίες της πραγματικότητας, ο ανά­λαφρος σουρεαλισμός των ανεκδότων συχνά ση­κώνει ψηλά τα χέρια. Μάθαμε λοιπόν ότι μπορείς(;) να εμπαίζεις αν­θρώπους, όχι δίνοντάς τους κάτι που ήδη έχουν, αλλά «προσφέροντάς» τους ψήγματα από όσα τους απέσπασες. Για να τους τα πάρεις κι αυτά, οσονού­πω. Τούτη δεν είναι ασφαλώς η μοναδική διαφο­ρά ανάμεσα στο παλιό ανέκδοτο και την «φρέσκια» πραγματικότητα: Οι σημερινοί χαμηλοσυνταξιού­χοι, εν αντιθέσει προς τη δασκάλα του ανεκδότου, δεν έχουν δυνατότητα επιλογής. Η δική τους προ­σωπική αξιοπρέπεια δεν μπορεί να ακυρώσει τη ροή των πραγμάτων, αλλά ούτε και τη βάναυση υποτίμηση της νοημοσύνης τους. Ο Τοτός, πάλι, πήρε τα λεφτά και λάκισε. Δεν είχε το (επιπρόσθετο) θράσος να πει στο εξαπατημένο θύμα πως ασκού­σε «κοινωνική πολιτική»… Τώρα τι να (πρωτο)πει κανείς; Ότι είναι εξοργιστικό να εφαρμόζεις μια πο­λιτική που επεκτείνει και επιδεινώνει τη φτώχεια, να δίνεις «φιλοδωρήματα» σε μικρό τμήμα των θυ­μάτων, να ξέρουν οι πάντες ότι κι αυτά σε λίγο εξα­νεμίζονται εξ αιτίας των …παράπλευρων μέτρων (η τύχη του ΕΚΑΣ και της «προσωπικής διαφοράς» εγγυώνται την ταχύτητα της «αποστολής») και εσύ να παρουσιάζεις το εν λόγω «πακέτο» ως επανα­φορά της 13ης σύνταξης; Πέρα από τα αυτονόητα, όμως, υπάρχουν ορισμένα σημεία που χρήζουν επισημάνσεων ή υπογραμμίσεων. Πρώτο: Ο τρόπος με τον οποίο στελέχη της κυβέρνησης «καμαρώνουν» για τη συγκεκριμέ­νη «παροχή», βασίζεται στο θεωρητικό αξίωμα ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν και είναι αναπόφευκτο, κι­νούμενο υπεράνω πολιτικών επιλογών, πολιτικών σχεδίων κλπ. Περίπου όπως είναι ένας σεισμός ή ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο. «Αφού έτσι ή αλ­λιώς θα λαμβάνονταν τα δύσκολα μέτρα, είναι κα­λό ή κακό που δίνονται αυτά τα 617 εκατομμύρια; Ε;» Επιμένουν κιόλας… Ελπίζουν άραγε, στα σο­βαρά, πως κάποιους «στριμώχνουν»; Δεύτερο: Στην πιθανή ερώτηση αν η «παρο­χή» αυτή θυμίζει περισσότερο το «κοινωνικό μέρι­σμα» της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου (Μάρτι­ος 2014) ή το επίδομα του Γιωργάκη Παπανδρέου (αρχές Νοεμβρίου 2009), η απάντηση είναι απλή: Και τα δύο. Ο συνδετικός κρίκος με την αντίστοιχη κίνηση της κυβέρνησης Σαμαρά είναι ότι, όπως τό­τε, έτσι και τώρα η «παροχή» συνοδεύει την εφαρ­μογή μιας απολύτως βάναυσης, ολέθριας οικονο­μικής-κοινωνικής πολιτικής. Του ΓΑΠ η παροχή προηγήθηκε του (πρώτου) μνημονίου. Έμοιαζε με παροχή αέρα μέσω καλαμιού σε κάποιον άνθρωπο που σε λίγο θα τον έριχναν στη θάλασσα με δεμέ­να βαρίδια στα πόδια του… Αλλά κι αυτό το στοι­χείο, δηλαδή η «προ-μνημονιακή» περίοδος είναι «κοινός παρανομαστής» με την «διανομή πλεονά­σματος» που κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Διότι έπεται το τέταρτο μνημόνιο… Έπεται, όπως κι αν βαφτιστεί, όσο κι αν το ξορκίζουν εκείνοι που, μολονότι μέχρι πρότινος ισχυρίζονταν πως «τα δύ­σκολα είναι πίσω», τώρα αφήνουν την ελληνική κοινωνία να μαδάει τη μαργαρίτα για να μαντέψει: επί πόσα χρόνια έπειτα από το 2018 οι δανειστές θα αξιώνουν πλεονάσματα του 3,5%; Τρίτο: Άκρως ενδιαφέρουσα είναι η «απάντη­ση» του Μαξίμου στις αυτονόητες αιτιάσεις, ότι η κυβέρνηση αντιγράφει τις πρακτικές Σαμαρά. «Τις δύο πρωτοβουλίες χωρίζει άβυσσος» διατεί­νεται, αλλά σημασία έχει να δει κανείς ποια ακρι­βώς μομφή αποδίδει στους άλλους. «Εγγράφο­ντας τη δαπάνη στον προϋπολογισμό του 2014, η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ έριξε στα βράχια τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα το 2014 ύψους 1,5%. Τελικά ο λογαριασμός έγραψε πλεόνασμα μόνο 0,4% δημιουργώντας δημοσιονομικό κενό κοντά στο 1 δισ. ευρώ…». Έξοχα! Πέραν της …ανακάλυψης ότι τα «τρι­τομνημονιακά» πλεονάσματα δεν είναι «ματωμέ­να», όπως εκείνα των παλαιο-μνημονιακών δυνά­μεων, πέραν του δόγματος πως έπαψαν να ενσαρ­κώνουν πλέον όνειδος και να καθρεφτίζουν μια κοι­νωνία που τρώει τις σάρκες της για να δείξει «πε­ρίσσευμα», έχουμε και …προσαρμοσμένο κατηγο­ρητήριο σε βάρος των Σαμαρά-Βενιζέλου. Το κα­κό με εκείνους, λοιπόν, είναι ότι «το έριξαν» στις πα­ροχές, σε βάρος του ιερού στόχου των «πρωτογε­νών»!… Ακούει η κυβέρνηση τι ακριβώς λέει; Πό­ση ακόμη «δικαίωση» θα προσφέρει στη μονετα­ριστική λογική των «προηγούμενων»; « “Μιλάτε εσείς που…”